κάτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κάτω < αρχαία ελληνική κάτω < κατά
[
]
Προφορά
[
]
Επίρρημα
κάτω
- χαμηλότερα, σε χαμηλότερο σημείο ή επίπεδο
- στο έδαφος, στο πάτωμα
- (ποσοτικό) λιγότερο από
- κανείς δεν εισάγεται στα ΑΕΙ με βαθμό κάτω του 10
- κάτω από: σε σημείο που υπερκαλύπτεται από μια επιφάνεια
- κάτω από: (ποσοτικό) λιγότερο από
- η θερμοκρασία έπεσε κάτω από το μηδέν
- κάτω από: (ποσοτικό) λιγότερο από
[
]
Επίθετο
κάτω άκλιτο
- που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο
- ο κάτω όροφος
- που βρίσκεται πιο κοντά στη θάλασσα
- το κάτω ποτάμι
[
] Εκφράσεις
- βάζω κάτω : νικώ, ρίχνω
- κάνω / φέρνω κάποιον άνω κάτω: αναστατώνω κάποιον
- κάτω άκρα: τα πόδια
- κάτω τα χέρια (από)... : μην ακουμπάς (κάτι)
- ο κάτω κόσμος : ο Άδης
- πάνω κάτω: (ποσοτικό) περίπου
- πιο κάτω: λίγο πιο πέρα
- στο κάτω κάτω : σε τελευταία περίπτωση, τελικά
- στο κάτω κάτω της γραφής : σε τελευταία περίπτωση, τελικά
- το βάζω κάτω : παραιτούμαι, υποκύπτω
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Επιφώνημα
κάτω
- εκφράζει την αποδοκιμασία
- Κάτω οι κλέφτες!
[
]
Αντώνυμα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
κάτω