κάψουλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κάψουλα | κάψουλες |
| γενική | κάψουλας | καψουλών |
| αιτιατική | κάψουλα | κάψουλες |
| κλητική | κάψουλα | κάψουλες |
[
]
Ετυμολογία
- κάψουλα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κάψουλα θηλυκό