κέρδος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κέρδος | κέρδη |
| γενική | κέρδους | κερδών |
| αιτιατική | κέρδος | κέρδη |
| κλητική | κέρδος | κέρδη |
[
]
Ετυμολογία
- κέρδος < αρχαία ελληνική κέρδος
[
]
Ουσιαστικό
κέρδος ουδέτερο
- η θετική διαφορά μεταξύ εσόδου και εξόδου σε επιχειρηματική ή άλλου είδους οικονομική δραστηριότητα
- όφελος, θετικό αποτέλεσμα που έχει μια κίνηση ή μια ενέργεια προς συμφέρον κάποιου
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
- κερδομανής, κερδομανία
- κερδοσκοπία, κερδοσκοπικός, κερδοσκόπος, κερδοσκοπώ
- κερδοφορία, κερδοφόρος, κερδοφόρως