κήπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κήπος κήποι
γενική κήπου κήπων
αιτιατική κήπο κήπους
κλητική κήπε κήποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κήπος < αρχαία ελληνική κῆπος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈci.pɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κήπος αρσενικό

  1. έκταση (συνήθως φραγμένη), όπου καλλιεργούνται είτε για λόγους καλλωπιστικούς είτε για λόγους διατροφικούς λουλούδια, δέντρα ή άλλα φυτά (ενίοτε δίπλα σε σπίτι ή κάποιο κτίσμα)
  2. (ιδιωματικό) χωράφι καλλιεργημένο με ζαρζαβατικά ή κηπευτικά κυρίως με φασόλια (στην κρητική διάλεκτο)

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[]

  • Εθνικός Κήπος:
  • έπιπλα κήπου:
  • κρεμαστοί κήποι της Βαβυλώνας:

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]