κίνηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κίνηση | κινήσεις |
| γενική | κίνησης | κινήσεων |
| κινήσεως | ||
| αιτιατική | κίνηση | κινήσεις |
| κλητική | κίνηση | κινήσεις |
[
]
Ετυμολογία
- κίνηση < αρχαία ελληνική κίνησις
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κίνηση θηλυκό
- η κυκλοφορία των οχημάτων
- (κατ' επέκταση) ο μεγάλος ή και υπερβολικός αριθμός οχημάτων που κυκλοφορούν σε μια δεδομένη στιγμή
- βρήκα κίνηση και άργησα
[
]
- κίνημα
- κινηματίας
- κινητήρας
- κινητήριος
- -κινητήριος
- κινητικός
- κινητικότητα
- κινητός
- -κίνητος
- κίνητρο
- κινούμενος
- κινώ