καίγομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- καίγομαι < αρχαία ελληνική καίομαι, παθητική φωνή του καίω, άγνωστης ετυμολογίας και χωρίς συγγενείς λέξεις έξω από την ελληνική
Ρήμα [
]
καίγομαι, παρατ.: καιγόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα καώ, αόρ.: κάηκα , μτχ.π.π.: καμένος
- καταστρέφομαι από φλόγα, φωτιά
- (μεταφορικά) για έντονο συναίσθημα, επιθυμία κλπ
- (στον αόριστο) για σύντομη επαφή με φλόγα που προκάλεσε πόνο
- καταστρέφομαι
- εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτός το χαβά του
- για υψηλό πυρετό
Εκφράσεις[
]
- καίγεται ο κόσμος → βλέπε έκφραση: χαλάει ο κόσμος
Μεταφράσεις[
]
καίγομαι