καίριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καίριος καίρια καίριο
γενική καίριου καίριας καίριου
αιτιατική καίριο καίρια καίριο
κλητική καίριε καίρια καίριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καίριοι καίριες καίρια
γενική καίριων καίριων καίριων
αιτιατική καίριους καίριες καίρια
κλητική καίριοι καίριες καίρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καίριος < αρχαία ελληνική καίριος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈcɛ.ɾi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈcɛ.ɾi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈcɛ.ɾi.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καίριος, -α, -ο

  1. που γίνεται την κατάλληλη στιγμή, έτσι ώστε να είναι αποτελεσματικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: έγκαιρος, εύθετος, εύστοχος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άκαιρος, ανεπίκαιρος, άωρος
    η καίρια παρέμβαση του τερματοφύλακα απέτρεψε το γκολ
  2. σημαντικός
    οι δημοσιογράφοι έθεσαν καίρια ερωτήματα
    η υπεράσπιση παρουσίασε καίρια επιχειρήματα
  3. κρίσιμος, καθοριστικός
    η ψήφος του θα παίξει καίριο ρόλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καίριος, -ον

  1. στον καιρό του, έγκαιρος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]