[
]
καίω, παρατ.: έκαιγα, στιγμ. μέλλ.: θα κάψω, αόρ.: έκαψα , παθ.φωνή: καίγομαι , μτχ.π.π.: καμένος
- προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού
- καταστρέφω με τη φωτιά
- οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας
- καυτηριάζω
- (μεταφορικά) πραγματοποιώ εγγραφή CD ή DVD
- κάψε τα αρχεία σε ένα CD και πάρτα μαζί σου
- (μεταφορικά) βασανίζω
- τον καίει τον παράπονο
- (αμετάβατο) για την ίδια τη φωτιά ή άλλο αντικείμενο που καίγεται
- δύο ώρες μετά την άφιξη της Πυροσβεστικής η φωτιά έκαιγε ακόμα
- τα ξύλα στο τζάκι έκαιγαν και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή
- (για αντικείμενο) έχω αναπτύξει ή εκπέμπω υψηλή θερμοκρασία
- πήγε να πιάσει την κατσαρόλα, αλλά έκαιγε και τράβηξε γρήγορα το χέρι του
- (για πρόσωπο) είμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό
Συγγενικές λέξεις [
]
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
κάψει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
καίγοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
καίω |
καίς |
καίει |
καίμε |
καίτε |
καίν(ε) |
| παρατατικός |
έκαιγα |
έκαιγες |
έκαιγε |
καίγαμε |
καίγατε |
έκαιγαν |
| αόριστος |
έκαψα |
έκαψες |
έκαψε |
κάψαμε |
κάψατε |
έκαψαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα καίω |
θα καίς |
θα καίει |
θα καίμε |
θα καίτε |
θα καίν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα κάψω |
θα κάψεις |
θα κάψει |
θα κάψο(υ)με |
θα κάψετε |
θα κάψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω κάψει |
έχεις κάψει |
έχει κάψει |
έχο(υ)με κάψει |
έχετε κάψει |
έχουν(ε) κάψει |
| παρακείμενος β' |
έχω καμένο |
έχεις καμένο |
έχει καμένο |
έχο(υ)με καμένο |
έχετε καμένο |
έχουν(ε) καμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα κάψει |
είχες κάψει |
είχε κάψει |
είχαμε κάψει |
είχατε κάψει |
είχαν(ε) κάψει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα καμένο |
είχες καμένο |
είχε καμένο |
είχαμε καμένο |
είχατε καμένο |
είχαν(ε) καμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω κάψει |
θα έχεις κάψει |
θα έχει κάψει |
θα έχο(υ)με κάψει |
θα έχετε κάψει |
θα έχουν(ε) κάψει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω καμένο |
θα έχεις καμένο |
θα έχει καμένο |
θα έχο(υ)με καμένο |
θα έχετε καμένο |
θα έχουν(ε) καμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να καίω |
να καίς |
να καίει |
να καίμε |
να καίτε |
να καίν(ε) |
| αόριστος |
να κάψω |
να κάψεις |
να κάψει |
να κάψο(υ)με |
να κάψετε |
να κάψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω κάψει |
να έχεις κάψει |
να έχει κάψει |
να έχο(υ)με κάψει |
να έχετε κάψει |
να έχουν(ε) κάψει |
| παρακείμενος β' |
να έχω καμένο |
να έχεις καμένο |
να έχει καμένο |
να έχο(υ)με καμένο |
να έχετε καμένο |
να έχουν(ε) καμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
καίγε |
|
|
καίγετε |
|
| αόριστος |
|
κάψε |
|
|
κάψτε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε καμένο |
|
|
έχετε καμένο |
|
|
[
]
καίω
- καίω
- καίω, καταστρέφω με τη φωτιά
- καυτηριάζω