καβαλάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβαλάρης καβαλάρηδες
γενική καβαλάρη καβαλάρηδων
αιτιατική καβαλάρη καβαλάρηδες
κλητική καβαλάρη καβαλάρηδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καβαλάρης < λατινική caballarius

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

καβαλάρης αρσενικό

  1. αυτός που κινείται καθισμένος στη ράχη ενός αλόγου, μουλαριού, γαϊδουριού
  2. (μουσική) το μέρος του σώματος ενός έγχορδου οργάνου πάνω στο οποίο τεντώνονται οι χορδές
  3. οριζόντια δοκός στην κορυψή του πλαισίου δίριχτης στέγης
  4. κεραμίδι που καλύπτει αμφιπλευρικά την κορυφή της στέγης

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες