καβγάς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καβγάς | καβγάδες |
| γενική | καβγά | καβγάδων |
| αιτιατική | καβγά | καβγάδες |
| κλητική | καβγά | καβγάδες |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
καβγάς αρσενικό
- (λαϊκό) έντονο επεισόδιο με φραστικές αντιπαραθέσεις και ίσως χρήση βίας