καζίνο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καζίνο | καζίνα |
| γενική | καζίνου | καζίνων |
| αιτιατική | καζίνο | καζίνα |
| κλητική | καζίνο | καζίνα |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
καζίνο ουδέτερο
- μεγάλος και, συνήθως, πολυτελής χώρος όπου διατίθενται νόμιμα τυχερά παιχνίδια, όπως ζάρια, ρουλέτα, χαρτιά κ.λπ.