καθαρό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καθαρό καθαρά
γενική καθαρού καθαρών
αιτιατική καθαρό καθαρά
κλητική καθαρό καθαρά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καθαρό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου καθαρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καθαρό ουδέτερο

  1. γραπτό απαλλαγμένο κατά το δυνατόν από λάθη και μουντζούρες, προορισμένο να παρουσιαστεί σε κάποιον που θα το αξιολογήσει
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: πρόχειρο
    συνήθως λύνω τις ασκήσεις μου σ'ένα πρόχειρο και μετά τις περνάω στο καθαρό

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

καθαρό