καθιερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθιερώνω < καθιερῶ < καθ- (< κατά) + ἱερός

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καθιερώνω, παρατ.: καθιέρωνα, στιγμ. μέλλ.: θα καθιερώσω, αόρ.: καθιέρωσα , παθ.φωνή: καθιερώνομαι , μτχ.π.π.: καθιερωμένος

  1. κάνω κάτι επίσημο κι αναγνωρισμένο, του δίνω τον χαρακτήρα του θεσμού
    καθιέρωσαν το δικαίωμα ψήφου
  2. υιοθετώ κάτι σαν συνήθεια
    έχομε καθιερώσει να περνάμε μαζί τις Κυριακές
  3. βοηθώ κάποιον / κάτι να επικρατήσει σε ένα χώρο
    το βιβλίο του τον καθιέρωσε στο αναγνωστικό κοινό
  4. (εκκλησία) εγκαινιάζω ναό
    ο μητροπολίτης καθιερώνει σήμερα το ναό του Αγίου Γεωργίου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]