καθυστερημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική καθυστερημένος καθυστερημένη καθυστερημένο
γενική καθυστερημένου καθυστερημένης καθυστερημένου
αιτιατική καθυστερημένο καθυστερημένη καθυστερημένο
κλητική καθυστερημένε καθυστερημένη καθυστερημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθυστερημένοι καθυστερημένες καθυστερημένα
γενική καθυστερημένων καθυστερημένων καθυστερημένων
αιτιατική καθυστερημένους καθυστερημένες καθυστερημένα
κλητική καθυστερημένοι καθυστερημένες καθυστερημένα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καθυστερημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθυστερώ

[] Open book 01.svg Επίθετο

καθυστερημένος αρσενικό, καθυστερημένη θηλυκό, καθυστερημένο ουδέτερο

  • που έρχεται ή γίνεται μετά από την καθορισμένη χρονική στιγμή
συνάντησα κίνηση κι έφτασα στο ραντεβού καθυστερημένος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη