κακία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κακία, κακιά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κακία κακίες
γενική κακίας κακιών
αιτιατική κακία κακίες
κλητική κακία κακίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κακία < αρχαία ελληνική κακία < κακός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κακία θηλυκό

  1. η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις
    Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;
  2. λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον
    αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία
  3. η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος
    μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια
    Ώστε δεν δέχεσαι τη συγγνώμη μου; Η κακία θα σου μείνει!

Εκφράσεις[]

  • κρατάω κακία
  • αργία μήτηρ πάσης κακίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κακία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κακία θηλυκό

  1. η κακία