καλένδες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλένδες
γενική καλενδών
αιτιατική καλένδες
κλητική καλένδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καλένδες < μεσαιωνική ελληνική Καλένδαι < λατινική calendae < από τη φράση calo luna novella

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

καλένδες θηλυκό μόνο στον πληθυντικό

  1. (στο ρωμαϊκό ημερολόγιο) οι πρώτες ημέρες του μήνα

[] Εκφράσεις

  • παραπέμπω κάτι στις καλένδες ή παραπέμπω κάτι στις ελληνικές καλένδες: αναβάλλω κάτι επ' αόριστον, ουσιαστικά ματαιώνω

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες