καλαίσθητος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καλαίσθητος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
καλαίσθητος
Εκείνος/η που έχει καλό γούστο, που έχει οξυμένη την αίσθηση του Ωραίου. Επίσης το πρόσωπο ή το αντικείμενο που είναι αισθητικά όμορφο, μορφικά ή ιδεολογικά.
[
]
Μεταφράσεις
καλαίσθητος