καλαίσθητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική καλαίσθητος καλαίσθητη καλαίσθητο
γενική καλαίσθητου καλαίσθητης καλαίσθητου
αιτιατική καλαίσθητο καλαίσθητη καλαίσθητο
κλητική καλαίσθητε καλαίσθητη καλαίσθητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καλαίσθητοι καλαίσθητες καλαίσθητα
γενική καλαίσθητων καλαίσθητων καλαίσθητων
αιτιατική καλαίσθητους καλαίσθητες καλαίσθητα
κλητική καλαίσθητοι καλαίσθητες καλαίσθητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλαίσθητος < καλός + αίσθηση + -τος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.'lε.sθi.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

καλαίσθητος, -η, -ο

  1. που έχει την αίσθηση του ωραίου, του όμορφου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκλεπτυσμένος, καλόγουστος, φιλόκαλος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ακαλαίσθητος, κακόγουστος
  2. που έχει γίνει με καλαισθησία, με καλό γούστο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκλεπτυσμένος, καλόγουστος, κομψός, σικάτος, φινετσάτος, φίνος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ακαλαίσθητος, κακόγουστος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]