καλαμιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλαμιά <
  1. ελληνιστική κοινή καλαμεία
  2. καλάμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλαμιά θηλυκό

  1. κοινή ονομασία για πολλά πολυετή υδροχαρή φυτά
  2. (συνεκδοχικά) (συνήθως στον πληθυντικό) συστάδα από αυτά τα φυτά
  3. κλοτσιά, χτύπημα στο καλάμι (του ποδιού)
  4. (γενικότερα) το στέλεχος των αγρωστωδών φυτών


Εκφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]