καλαφάτισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλαφάτισμα καλαφατίσματα
γενική καλαφατίσματος καλαφατισμάτων
αιτιατική καλαφάτισμα καλαφατίσματα
κλητική καλαφάτισμα καλαφατίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλαφάτισμα < καλαφατίζω + -μα < ιταλική calafato < αραβική qalafat

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλαφάτισμα ουδέτερο

  1. το γέμισμα των σχισμών (ρωγμών) των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα.
  2. (μεταφορικά) (λαϊκότροπο) συνουσία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]