καλαφάτισμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καλαφάτισμα | καλαφατίσματα |
| γενική | καλαφατίσματος | καλαφατισμάτων |
| αιτιατική | καλαφάτισμα | καλαφατίσματα |
| κλητική | καλαφάτισμα | καλαφατίσματα |
Ετυμολογία [
]
- καλαφάτισμα < καλαφατίζω + -μα < ιταλική calafato < αραβική qalafat
Ουσιαστικό [
]
καλαφάτισμα ουδέτερο
- το γέμισμα των σχισμών (ρωγμών) των παλαιών ξύλινων πλοίων και βαρκών με ξεφτίσματα από κάβους, στριμμένα και ποτισμένα με πίσσα.
- (μεταφορικά) (λαϊκό) συνουσία
[
]
Μεταφράσεις [
]
καλαφάτισμα