καλλιγράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλλιγράφος καλλιγράφοι
γενική καλλιγράφου καλλιγράφων
αιτιατική καλλιγράφο καλλιγράφους
κλητική καλλιγράφε καλλιγράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλλιγράφος < ελληνιστική κοινή καλλιγράφος < αρχαία ελληνική καλλιγραφέω / καλλιγραφῶ < καλλι- + γράφω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.li.ˈγɾa.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλλιγράφος αρσενικό ή θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]