καλλιεργώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλλιεργώ < μεταγενέστερη ελληνική καλλιεργῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.li.ɛɾ.ˈɣɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

καλλιεργώ, παθητικό καλλιεργούμαι, παθητική μετοχή: καλλιεργημένος

  • εκτελώ με συστηματικό τρόπο όλες τις απαραίτητες εργασίες (όργωμα, σπορά, συγκομιδή κ.λπ.) ώστε σε ένα κομμάτι γης να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει ένα είδος φυτού
    καλλιεργώ τη γη, καλλιεργώ δημητριακά
  • (μεταφορικά) φροντίζω για την ανάπτυξη και την πρόοδο κάποιου πράγματος
    καλλιεργώ τις κοινωνικές μου σχέσεις, καλλιεργώ το πνεύμα, καλλιεργώ τις επιστήμες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]