καλλιεργώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- καλλιεργώ < μεταγενέστερη ελληνική καλλιεργῶ
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ka.li.ɛɾ.ˈɣɔ/
Ρήμα [
]
καλλιεργώ, παθητικό καλλιεργούμαι, παθητική μετοχή: καλλιεργημένος
- εκτελώ με συστηματικό τρόπο όλες τις απαραίτητες εργασίες (όργωμα, σπορά, συγκομιδή κ.λπ.) ώστε σε ένα κομμάτι γης να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει ένα είδος φυτού
-
- καλλιεργώ τη γη, καλλιεργώ δημητριακά
-
- (μεταφορικά) φροντίζω για την ανάπτυξη και την πρόοδο κάποιου πράγματος
- καλλιεργώ τις κοινωνικές μου σχέσεις, καλλιεργώ το πνεύμα, καλλιεργώ τις επιστήμες