καλλονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλλονή καλλονές
γενική καλλονής καλλονών
αιτιατική καλλονή καλλονές
κλητική καλλονή καλλονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλλονή < αρχαία ελληνική καλλονή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλλονή θηλυκό

  1. το κάλλος, η ομορφιά
  2. εξαιρετικά όμορφη γυναίκα


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλλονή θηλυκό

  1. η ομορφιά
  2. (μεταφορικά) η ηθική ομορφιά
  3. (για πράγματα) η εξαιρετική ποιότητα

η ομορφια καποιου που ειναι πολυ ωραιος