καλούπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλούπι καλούπια
γενική καλουπιού καλουπιών
αιτιατική καλούπι καλούπια
κλητική καλούπι καλούπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλούπι < τουρκική kalıp < αραβική قالب (kālib) "σχήμα" <αραμαϊκή kalbūt < αρχαία ελληνική "καλόπους", "καλοπόδιον"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλούπι ουδέτερο

  1. κατασκευή ή εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για να χυθεί μέσα σε αυτό ένα ρευστό υλικό, να πήξει εκεί μέσα, ώστε να πάρει το συγκεκριμένο σχήμα για το οποίο σχεδιάστηκε, και μετά να αφαιρεθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]