καλτσοδέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλτσοδέτα καλτσοδέτες
γενική καλτσοδέτας καλτσοδετών
αιτιατική καλτσοδέτα καλτσοδέτες
κλητική καλτσοδέτα καλτσοδέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καλτσοδέτα < καλτσοδέτης < κάλτσα + δένω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kal.ʦɔ.ˈðɛ.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καλτσοδέτα θηλυκό

  1. ελαστική ταινία που συγκρατεί μια κάλτσα ψηλά, πάνω ή κάτω από το γόνατο

32πχ Μεταφράσεις[]