καλόγερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλόγερος < ελληνιστική κοινή καλόγηρος < καλός (σεβαστός) + γέρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈlɔ.ʝɛ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλόγερος αρσενικό και καλόγηρος

  1. μοναχός
  2. (κατ' επέκταση) άνθρωπος που ζει απομονωμένος σαν μοναχός
  3. ψηλό έπιπλο-κρεμάστρα που στηρίζεται στο πάτωμα και έχει άγκιστρα για το κρέμασμα των παλτών, των καπέλων κ.λπ
  4. εξόγκωμα του δέρματος γεμάτο πύον, επιστημονικά δοθιήνας
  5. είδος πουλιού (Parus Major)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]