καλύπτω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καλύπτω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
καλύπτω, παθητικό: καλύπτομαι, παθητική μετοχή: καλυμμένος
- σκεπάζω
- πραγματεύομαι, αναφέρομαι σε ένα θέμα
- εξαντλώ το θέμα που πραγματεύομαι
- ασχολούμαι δημοσιογραφικά με κάποιον τομέα ή ένα συγκεκριμένο γεγονός
- υποστηρίζω με τα πυρά μου συμπολεμιστές μου, βάλλω εναντίον του εχθρού όσο αυτοί κινούνται
- καταβάλλω το χρηματικό ποσό που απαιτείται για να εξοφληθεί επιταγή