καλώδιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καλώδιο | καλώδια |
| Γενική | καλωδίου | καλωδίων |
| Αιτιατική | καλώδιο | καλώδια |
| Κλητική | καλώδιο | καλώδια |
Ετυμολογία
- καλώδιο < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.'lɔ.ði.ɔ/
Ουσιαστικό
καλώδιο ουδέτερο
- σύρμα καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος ή άλλου σήματος
- το καλώδιο του φωτιστικού, το καλώδιο του τηλεφώνου, το καλώδιο του εκτυπωτή

