καλώδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καλώδιο καλώδια
γενική καλωδίου καλωδίων
αιτιατική καλώδιο καλώδια
κλητική καλώδιο καλώδια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καλώδιο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ka.ˈlɔ.ði.ɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

καλώδιο ουδέτερο

  1. σύρμα καλυμμένο με πλαστικό περίβλημα για τη μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος ή άλλου σήματος
    το καλώδιο του φωτιστικού, το καλώδιο του τηλεφώνου, το καλώδιο του εκτυπωτή
  2. πολύ χοντρό σύρμα ή μεταλλική ράβδος συγκράτησης σε καλωδιακές γέφυρες

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες