καμπάνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- καμπάνα < λατινική (υστερολατινική) campana < πιθανόν από το όνομα της Καμπανίας, της Νάπολης, οι κάτοικοι της οποίας κατασκεύαζαν καμπάνες
Ουσιαστικό [
]
καμπάνα
- ηχητικό όργανο που έχει σχήμα ανάποδου κόλουρου κώνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα γλωσίδι και συνήθως χρησιμεύει για σήμαντρο εκκλησίας ή σχολείου
- το άκρο σε μπατζάκι παντελονιού όταν έχει σχήμα αρκετά μεγαλύτερο ώστε να θυμίζει καμπάνα (1)
- (σκωπτικά) η τιμωρία
- το μπανγκαλόου
Εκφράσεις [
]
- ακούγομαι καμπάνα: ακούγομαι πολύ καθαρά
- για ποιον χτυπά η καμπάνα
- φωνή καμπάνα: δυνατή και ξεκάθαρη φωνή και τρόπος ομιλίας