καμπούρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Ουσιαστικό
καμπούρα θηλυκό
- παραμορφωτική κύρτωση της ράχης
- (μεταφορικά) η ράχη, η πλάτη· λέγεται για οτιδήποτε μας επιβαρύνει
- έχει εξήντα χρόνια στην καμπούρα του
- (κατ' επέκταση) οποιαδήποτε κύρτωση μιας επιφάνειας
- ο ύβος της καμήλας
Μεταφράσεις
Κλιτή μορφή επιθέτου
καμπούρα θηλυκό