καμπύλη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | καμπύλη | καμπύλες | |
| γενική | καμπύλης | καμπυλών | |
| αιτιατική | καμπύλη | καμπύλες | |
| κλητική | καμπύλη | καμπύλες | |
| Γενική πληθυντικού: Κάποιοι ομιλητές προτιμούν τον τύπο καμπύλων | |||
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
καμπύλη θηλυκό
- γραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή
- η γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο
- (στον πληθυντικό) τα σημεία του γυναικείου σώματος που παρουσιάζουν έντονη καμπυλότητα και είναι ελκυστικά από σεξουαλική άποψη, όπως είναι τα στήθη και οι γλουτοί
- γυναίκα με πλούσιες καμπύλες
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- καμπύλη < καμπύλη βακτηρία
Ουσιαστικό [
]
καμπύλη θηλυκό
- καμπυλωτό ραβδί, μαγκούρα