καμπύλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμπύλη καμπύλες
γενική καμπύλης καμπυλών
αιτιατική καμπύλη καμπύλες
κλητική καμπύλη καμπύλες
Γενική πληθυντικού: Κάποιοι ομιλητές προτιμούν τον τύπο καμπύλων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καμπύλη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου καμπύλος. Βλέπε και το αρχαίο ελληνικό καμπύλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καμπύλη θηλυκό

  1. γραμμή που δεν περιέχει καθόλου ευθύγραμμα τμήματα, όπως συμβαίνει πχ με το τόξο κύκλου ή έλλειψης, την υπερβολή και την παραβολή
  2. η γραμμή που παρουσιάζει σε μια γραφική παράσταση τις τιμές που παίρνει ένα μέγεθος σε συνάρτηση με ένα άλλο
  3. (στον πληθυντικό) τα σημεία του γυναικείου σώματος που παρουσιάζουν έντονη καμπυλότητα και είναι ελκυστικά από σεξουαλική άποψη, όπως είναι τα στήθη και οι γλουτοί
    γυναίκα με πλούσιες καμπύλες

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καμπύλη < καμπύλη βακτηρία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καμπύλη θηλυκό