κανακεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κανακεύω < μεσαιωνική ελληνική κανάκι + -εύω < αρχαία ελληνική καναχή

Open book 01.svg Ρήμα[]

κανακεύω

  1. μεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια
  2. (γενικότερα) περιποιούμαι, καλοπιάνω, κάνω τα χατίρια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]