κανακεύω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κανακεύω < μεσαιωνική ελληνική κανάκι + -εύω < αρχαία ελληνική καναχή
Ρήμα [
]
κανακεύω
- μεγαλώνω παιδιά παραχαϊδεύοντάς τα και κάνοντάς τους τα χατίρια
- (γενικότερα) περιποιούμαι, καλοπιάνω, κάνω τα χατίρια
[
]
Μεταφράσεις [
]
κανακεύω