κανέλα
Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από καννέλα)
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κανέλα | κανέλες |
| γενική | κανέλας | |
| αιτιατική | κανέλα | κανέλες |
| κλητική | κανέλα | κανέλες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κανέλα θηλυκό
- μικρό αειθαλές δέντρο (λατινικό όνομα Cinnamomum verum) που κατάγεται από την Κεϋλάνη, με ωοειδή φύλλα και πρασινωπά άνθη
- αρωματικό μπαχαρικό που παράγεται από τη φλούδα του ομώνυμου δέντρου