καουμπόης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καουμπόης | καουμπόηδες |
| γενική | καουμπόη | καουμπόηδων |
| αιτιατική | καουμπόη | καουμπόηδες |
| κλητική | καουμπόη | καουμπόηδες |
Ετυμολογία [
]
- καουμπόης < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
καουμπόης αρσενικό
Μεταφράσεις [
]
καουμπόης