καπέλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπέλο καπέλα
γενική καπέλου καπέλων
αιτιατική καπέλο καπέλα
κλητική καπέλο καπέλα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καπέλο < ιταλ. cappello < λατ. cappelus < λατ. cappa (: καλυμμα κεφαλής)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

καπέλο ουδέτερο

  • εξάρτημα της ανδρικής και γυναικείας ενδυμασίας διαφόρων σχημάτων, σχεδίων και χρωμάτων, το οποίο φοριέται στο κεφάλι για λόγους αισθητικούς και πρακτικούς (π.χ. προστασία από τον ήλιο ή το κρύο) ή λειτουργικούς (οπότε είναι δηλωτικό του επαγγέλματος ή του αξιώματος)
  • η άυξηση της τιμής ενός εμπορεύματος πέρα από τα επιτρεπτά και νόμιμα όρια για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους
πουλάω φρούτα με καπέλο
  • βγάζω σε κάποιον το καπέλο: αναγνωρίζω την αξία και την υπεροχή του
αν τα καταφέρεις, θα σου βγάλω το καπέλο
  • παίρνω το καπέλο / καπελάκι μου και φεύγω: τρόπος απειλής ότι δε θα διστάσει κάποιος να αποχωρήσει

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες