καπηλειό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καπηλειό | καπηλειά |
| γενική | καπηλειού | καπηλειών |
| αιτιατική | καπηλειό | καπηλειά |
| κλητική | καπηλειό | καπηλειά |
[
]
Ετυμολογία
- καπηλειό < μεσαιωνική ελληνική καπηλειό < αρχαία ελληνική καπηλεῖον < κάπηλος
[
]
Ουσιαστικό
καπηλειό ουδέτερο
- ταβέρνα, κρασοπουλειό
[
]
Μεταφράσεις
καπηλειό