καπνιστήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπνιστήριο καπνιστήρια
γενική καπνιστηρίου καπνιστηρίων
αιτιατική καπνιστήριο καπνιστήρια
κλητική καπνιστήριο καπνιστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καπνιστήριο < καπνιστής + -τήριο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καπνιστήριο ουδέτερο

  1. δωμάτιο, θάλαμος ή, γενικά, χώρος που επιτρέπεται το κάπνισμα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]