καράβι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καράβι καράβια
γενική καραβιού καραβιών
αιτιατική καράβι καράβια
κλητική καράβι καράβια
SS Vega.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καράβι< μεταγενέστερη ελληνική καράβιον < αρχαία ελληνική κάραβος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ka.ˈɾa.vi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

καράβι ουδέτερο

  1. μεγάλο θαλάσσιο σκάφος με δυνατότητα επιβίωσης των επιβατών για κάποιο χρονικό διάστημα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []