καράτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καράτι καράτια
γενική καρατιού καρατιών
αιτιατική καράτι καράτια
κλητική καράτι καράτια
γενική πληθυντικού και καρατίων

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καράτι < ιταλική carato < μεσαιωνική λατινική caratus < αραβική qirat < ελληνιστική κοινή κεράτιον < αρχαία ελληνική κεράτιον (υποκοριστικό του κέρας) (αντιδάνειο)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

καράτι ουδέτερο

  1. μονάδα με την οποία μετριέται η περιεκτικότητα σε καθαρό χρυσό ενός αντικειμένου που αποτελείται από κράμα χρυσού και αντιστοιχεί σε περιεκτικότητα 1 γραμμαρίου χρυσού σε 24 γραμμάρια κράματος
    δαχτυλίδι 24 καρατίων
    ο χρυσός 24 καρατίων είναι υπερβολικά μαλακός γι' αυτό και δεν κατασκευάζονται κοσμήματα με αυτή την περιεκτικότητα
  2. μονάδα βάρους (1/5 του γραμμαρίου) με την οποία ζυγίζονται πολύτιμοι λίθοι
    διαμάντι 3 καρατίων

[] Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

  • από την αρχαία ελληνική λέξη κεράτιον (=χαρούπι) προέρχεται η λέξη καράτι, γιατί το βάρος του σπόρου των χαρουπιών ορίστηκε ως η πιο μικρή μονάδα μέτρησης για χρυσό και πολύτιμους λίθους.

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες