καραβάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καραβάνι καραβάνια
γενική καραβανιού καραβανιών
αιτιατική καραβάνι καραβάνια
κλητική καραβάνι καραβάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καραβάνι < περσική کاروان (kârvân)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καραβάνι ουδέτερο

  1. εμπόροι ή ταξιδιώτες οι οποίοι ταξίδευαν παλαιότερα οδικώς σαν ομάδα, κυρίως για λόγους ασφαλείας
  2. (μειωτικά) (ειρωνικά) μπουλούκι τουριστών

32πχ Μεταφράσεις[]