καρδιά
Από Βικιλεξικό
| Λήμμα Ποιότητας
Το παρόν λήμμα αξιολογήθηκε από την κοινότητα των χρηστών ως Λήμμα Ποιότητας και αποτελεί πρότυπο λημμάτων του Ελληνικού Βικιλεξικού. Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφθείτε τη σελίδα συζήτησής του, καθώς και τη λίστα των Λημμάτων Ποιότητας. |
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καρδιά | καρδιές |
| γενική | καρδιάς | καρδιών |
| αιτιατική | καρδιά | καρδιές |
| κλητική | καρδιά | καρδιές |
Ετυμολογία [
]
- καρδιά < μεσαιωνική ελληνική καρδιά < αρχαία ελληνική καρδία
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
καρδιά θηλυκό
- μυώδες κοίλο όργανο που λειτουργεί ως αντλία για την κυκλοφορία του αίματος
- (μετωνυμία) το μέρος όπου αισθανόμαστε να χτυπά η καρδιά
- έβαλε το χέρι του στην καρδιά
- (μεταφορικά) το μέρος που θεωρείται η πηγή των αισθημάτων, των παθών, της ηθικής
- τον αγαπάει με όλη της την καρδιά
- έχει τόσα λουλούδια στον κήπο της, να χαρεί η καρδιά σου
- το κέντρο, το κεντρικό μέρος ενός αντικειμένου ή χώρου
- η καρδιά του αντιδραστήρα
- (μεταφορικά) η ουσία, ο βασικός πυρήνας
- στην καρδιά του προβλήματος
- το μέσο μιας χρονικής περιόδου
- είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, κάνει φοβερή ζέστη
- το εσωτερικό μέρος των καρπών ή των φυτών
- σαν την καρδιά ενός μαρουλιού
- διάθεση, επιθυμία
- δε μου κάνει καρδιά να φύγω
- θάρρος
- εμπρός, με καρδιά, να καταλάβουμε το ύψωμα
- το καθιερωμένο σύμβολο της καρδιάς και του έρωτα
Εκφράσεις [
]
- αγγίζω την καρδιά κάποιου : συγκινώ
- αγκάθι στην καρδιά : για κάτι που προκαλεί θλίψη
- ανοίγω την καρδιά μου : εκμυστηρεύομαι, εξομολογούμαι
- από καρδιάς : με την καρδιά, ειλικρινά
- ελαφρά τη καρδία / ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ : με επιπολαιότητα
- έχω μεγάλη καρδιά : είμαι καλός άνθρωπος
- κατακτώ / κλέβω / παίρνω την καρδιά κάποιου : ασκώ γοητεία σε κάποιον
- μαχαίρι στην καρδιά : για κάτι που προκαλεί ψυχικό πόνο
- με βαριά καρδιά : με δυσφορία
- με όλη μου την καρδιά : με απόλυτη ειλικρίνεια
- με τι καρδιά; : με τι κουράγιο; με τι διάθεση;
- (με) το χέρι στην καρδιά : με ειλικρίνεια
- μου έκανε την καρδιά περιβόλι : με στεναχώρησε πολύ
- πάει να σπάσει η καρδιά μου : νιώθω μεγάλη αγωνία ή αναστάτωση
- πήγε η καρδιά μου στην Κούλουρη : τρόμαξα πολύ
- το λέει η καρδιά του : έχει θάρρος και γενναιότητα
- τρέμει η καρδιά μου : φοβάμαι πολύ
- χαρίζω την καρδιά μου : αφοσιώνομαι σε κάποιον
[
]
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης [
]
- καρδιά στη Βικιπαίδεια

κούπα (το σύμβολο της καρδιάς στα χαρτιά)
Μεταφράσεις [
]
όργανο