καρδινάλιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Ένας καρδινάλιος (1) (ο George Pell)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρδινάλιος καρδινάλιοι
γενική καρδιναλίου
& καρδινάλιου
καρδιναλίων
& καρδινάλιων
αιτιατική καρδινάλιο καρδιναλίους
& καρδινάλιους
κλητική καρδινάλιε καρδινάλιοι
Πουλί καρδινάλιος (2) του γένους Cardinalis

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καρδινάλιος < μεσαιωνική ελληνική καρδινάλιος < (μεσαιωνική λατινική) cardinalis < cardo + -alis

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καρδινάλιος αρσενικό

  1. (θρησκεία) κληρικός της Καθολικής Εκκλησίας σε ανώτατη βαθμίδα. Από το σώμα των καρδιναλίων με εσωτερική ψηφοφορία εκλέγεται ο πάπας
  2. (ορνιθολογία) πουλί της οικογένειας των Καρδιναλιδών (Cardinalidae)

Εκφράσεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]