καρπούζι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καρπούζι | καρπούζια |
| γενική | καρπουζιού | καρπουζιών |
| αιτιατική | καρπούζι | καρπούζια |
| κλητική | καρπούζι | καρπούζια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kaɾ.ˈpu.zi/
[
]
Ουσιαστικό
καρπούζι ουδέτερο
- (Citrullus lanatus) ο καρπός της καρπουζιάς. Έχει ποικίλα μεγέθη, συνήθως όσο το ανθρώπινο κεφάλι, και πράσινη, λεία και χοντρή φλούδα. Το εσωτερικό του έχει χυμώδη κόκκινη και δροσερή ψίχα με μαύρους ή άσπρους σπόρους. Τρώγεται, κυρίως, το καλοκαίρι ως φρούτο, σε φρουτοσαλάτες ή, συνοδεύοντας αλκοόλ, σε κοκτέιλ
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
καρπούζι