καρχαρίας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καρχαρίας | καρχαρίες |
| γενική | καρχαρία | καρχαριών |
| αιτιατική | καρχαρία | καρχαρίες |
| κλητική | καρχαρία | καρχαρίες |
[
]
Ετυμολογία
- καρχαρίας < κάρχαρος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /kaɾ.xa.ˈɾi.as/
[
]
Ουσιαστικό
καρχαρίας αρσενικό
- (ιχθυολογία) σαρκοβόρο ψάρι που έχει ιδιαίτερες ικανότητες στο κολύμπι εξαιτίας του υδροδυναμικού σώματός του, με αιχμηρά σαγόνια δυνατή ουρά και χαρακτηριστικό πτερύγιο. Αποτελεί υφομοταξία των χονδριχθυών.
- (μεταφορικά) ο πλούσιος άνθρωπος που ενδιαφέρεται μόνο για τα προσωπικά του οφέλη, ο άρπαγας
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
καρχαρίας