καρύδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρύδι καρύδια
γενική καρυδιού καρυδιών
αιτιατική καρύδι καρύδια
κλητική καρύδι καρύδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καρύδι < κάρυο (: ο καρπός με σκληρό περίβλημα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καρύδι ουδέτερο

  1. ο καρπός της καρυδιάς
  2. η προεξοχή του θυρεοειδούς χόνδρου στο λάρυγγα, που λέγεται και « μήλο του Αδάμ » επειδή στον άνδρα σχηματίζει ορθή γωνία κατά την ανάπτυξή του. Στη γυναίκα αναπτύσσεται λιγότερο, σχηματίζει αμβλεία γωνία (120 μοιρών) και έτσι δεν προεξέχει έντονα

Εκφράσεις[]

  • τον καρύδωσε - τον έπνιξε, πιέζοντας το καρύδι στο λαιμό του
  • "θα σου φάω το καρύδι", ήταν συχνή έκφραση τη νύχτα, σε μέρη που συναντούσες κάθε καρυδιάς καρύδι
  • "σάνταλα, μάνταλα, κούφια καρύδια" (παλιότερη έκφραση για τις αερολογίες)
  • "έφτιαξε καριδάκι, δηλαδή καρύδι γλυκό" (από άγουρα καρύδια)

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]