καρύκευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρύκευμα καρυκεύματα
γενική καρυκεύματος καρυκευμάτων
αιτιατική καρύκευμα καρυκεύματα
κλητική καρύκευμα καρυκεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρύκευμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρύκευμα ουδέτερο

  1. ουσία (πχ. φύλλα από φυτό, σάλτσα) που προστίθεται στο φαγητό για τη γεύση ή τη μυρωδιά του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]