κασέλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κασέλα | κασέλες |
| γενική | κασέλας | κασελών |
| αιτιατική | κασέλα | κασέλες |
| κλητική | κασέλα | κασέλες |
Ετυμολογία [
]
- κασέλα < μεσαιωνική ελληνική κασέλα < ιταλική cassela, υποκοριστικό του cassa
Ουσιαστικό [
]
κασέλα θηλυκό
Συνώνυμα [
]
[
]
- κασελάκι
- (μεσαιωνική ελληνική) κασελέτα
- κασελιάζω
- κασελίτσα
- (μεσαιωνική ελληνική) κασελοπούλα
- ντιβανοκασέλα
Μεταφράσεις [
]
κασέλα
Μεσαιωνική ελληνική (gkm) [
]
Ουσιαστικό [
]
κασέλα θηλυκό