καστάνια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καστάνια | καστάνιες |
| γενική | καστάνιας | |
| αιτιατική | καστάνια | καστάνιες |
| κλητική | καστάνια | καστάνιες |
[
]
Ετυμολογία
- καστάνια < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
καστάνια θηλυκό
- εξάρτημα μηχανισμού το οποίο εμποδίζει την περιστροφή γραναζιού προς τη μία φορά
- (κατ' επέκταση) εργαλείο-κλειδί που χρησιμεύει για βίδωμα ή ξεβίδωμα και εμπεριέχει καστάνια(1)