κατάκλιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάκλιση κατακλίσεις
γενική κατάκλισης
& κατακλίσεως
κατακλίσεων
αιτιατική κατάκλιση κατακλίσεις
κλητική κατάκλιση κατακλίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάκλιση < κατακλίνω από την πρόθεση κατά + το ρήμα κλίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατάκλιση θηλυκό

  1. η ενέργεια που έχει ως αποτέλεσμα να τοποθετηθεί κάτω ξαπλωτά κάποιος ή κάτι
  2. το πλάγιασμα στο κρεβάτι, το ξάπλωμα
    είναι η ώρα της νυχτερινής κατάκλισης
  3. (ιατρική) η πληγή ή το έλκος που δημιουργείται στο δέρμα, σε περιοχές του σώματος που βρίσκονται σε διαρκή πίεση και τριβή όταν το άτομο μένει για μεγάλο διάστημα ακινητοποιημένο ή κατάκοιτο, οπότε διακόπτεται τοπικά η μικροκυκλοφορία του αίματος και νεκρώνεαι το δέρμα και οι γύρω ιστοί
  4. όρος της γυμναστικής για συγκεκριμένες στάσεις και ασκήσεις κατά τις οποίες το σώμα έρχεται σε επαφή με το δάπεδο είτε πλαγίως, στην πλάγια κατάκλιση, είτε σε ύπτια θέση (ανάσκελα) στη στάση της ύπτιας κατάκλισης, είτε σε πρηνή (μπρούμυτα) θέση στη στάση της πρηνούς κατάκλισης
  5. όρος των μαθηματικών για την πλαγίαση ενός σημείου, μίας ευθείας, καμπύλης ή ενός επιπέδου σε ένα από τα προβολικά του επίπεδα
  6. όρος ναυπηγοεπισκευαστικός για το καργάρισμα, δηλαδή το πλάγιασμα του πλοίου στη μία του πλευρά ώστε να γίνουν εργασίες στην άλλη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  1. κατακεκλιμένος (ασθενής)
  2. κατάκλιτος (ο ξαπλωμένος)
  3. κατάκλιτο (το πλοίο)
  4. κατακλιστής (γένος εντόμων)

32πχ Μεταφράσεις[]