κατάληψη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κατάληψη < καταλαμβάνω < κατά + λαμβάνω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κατάληψη θηλυκό

  1. η στρατιωτική ενέργεια με την οποία καταλαμβάνεται ένας τόπος (ύψωμα, οχυρό κ.λπ)
  2. η ενέργεια διαμαρτυρίας με την οποία καταλαμβάνεται ένα μέρος (κτήριο ή ανοικτός χώρος) παρανόμως, για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια μιας ομάδας για κάποιο θέμα
    Τα παιδιά του λυκείου έκαναν κατάληψη για να ληφθούν νέα μέτρα για την καθαριότητα των χώρων.
  3. (συνεκδοχικά) ο χώρος που έχει καταληφθεί
    Τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν στηθεί έξω από την κατάληψη περιμένοντας κάποιον να βγει και να τους δώσει συνέντευξη

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες