κατάσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάσταση καταστάσεις
γενική κατάστασης
& καταστάσεως
καταστάσεων
αιτιατική κατάσταση καταστάσεις
κλητική κατάσταση καταστάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατάσταση θηλυκό

  1. ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο | οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως

32πχ Μεταφράσεις[]

Ο ελληνικός γλωσσικός όρος "κατάσταση" σημαίνει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ένα φαινόμενο ή πράγμα σε σχέση με τη στάση / αδράνεια. Δομείται από τις έννοιες κατά + στάση (σε σχέση με τη στασιμότητα). Μεταφορικά ο όρος "κατάσταση" χρησιμοποιείται για οτιδήποτε διότι τα πάντα, ηρημένα (υλικά) και αφηρημένα εφόσον υπάρχουν, βρίσκονται σε αλλαγή σε σχέση με την ανυπαρξία δηλαδή την αδράνεια / στάση .