κατάσταση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κατάσταση | καταστάσεις |
| γενική | κατάστασης & καταστάσεως |
καταστάσεων |
| αιτιατική | κατάσταση | καταστάσεις |
| κλητική | κατάσταση | καταστάσεις |
Ετυμολογία [
]
- κατάσταση < αρχαία ελληνική κατάστασις
Ουσιαστικό [
]
κατάσταση θηλυκό
- ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει κάτι σε δεδομένο τόπο και χρόνο | οι φυσικές, οικονομικές ή κοινωνικές συνθήκες υπάρξεως